Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

100.000 νέοι ηλιακοί κάθε χρόνο

Ενα πολύ καλό άρθρο που αφορά την Ελληνική αγορά Ηλιακών Θερμοσιφώνων δημοσίευσε το
ΤΑ ΝΕΑ online
Με αφορμή και αυτό το δημοσίευμα αναρτούμε δημοσκόπηση με το παρακάτω θέμα.


100.000 νέοι ηλιακοί κάθε χρόνο
Αυξάνονται οι πωλήσεις παρά την κρίση
Εξοικονομούν γύρω στα 200 ευρώ τον χρόνο από τον λογαριασμό της ΔΕΗ τα νοικοκυριά που έχουν εγκαταστήσει στην ταράτσα τους ηλιακό θερμοσίφωνα, τάση που ακριβώς λόγω της οικονομικής κρίσης ενισχύεται συνεχώς.
Κάθε χρόνο αγοράζονται στην Ελλάδα περίπου 100.000 νέα τεμάχια, παρ΄ ότι η χώρα καταλαμβάνει την 3η θέση διεθνώς με τους περισσότερους ηλιακούς θερμοσίφωνες που φτάνουν ήδη στο 1,5 εκατομμύριο. Τα μισά από αυτά αντικαθιστούν παλαιότερα μοντέλα κυρίως της δεκαετίας του ΄80, όταν η συγκεκριμένη τεχνολογία εξαπλώθηκε ταχύτατα στην Ελλάδα, ενώ τα υπόλοιπα αφορούν τους καταναλωτές που ακόμη καλύπτουν τις ανάγκες τους με συμβατικούς θερμοσίφωνες.
Δεδομένου μάλιστα του οφέλους που έχει ο καταναλωτής, πολλές χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία- στις οποίες σημειωτέον κάνουν θραύση τα ελληνικής κατασκευής μοντέλα- έχουν καταστήσει υποχρεωτική
Η ΕΛΛΑΔΑ 3η ΔΙΕΘΝΩΣ
Τοποθετημένοι δίπλα δίπλα οι 1,5 εκατ. ηλιακοί θερμοσίφωνες στη χώρα καλύπτουν έκταση όση 90 γήπεδα ποδοσφαίρου μαζί!
πλέον την εγκατάστασή τους στις ταράτσες των νέων κτιρίων. Αν και στην Ελλάδα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, παρ΄ όλα αυτά η αγορά του ηλιακού θερμοσίφωνα δεν δείχνει να πλήττεται από την οικονομική κρίση. Τη χρονιά που πέρασε οι πωλήσεις των περίπου 100 παραγωγικών και εμπορικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας εκτιμάται ότι έφτασαν στα 266 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 14% έναντι του 2007.
Τα νέας τεχνολογίας μοντέλα
Τη μεγαλύτερη ζήτηση έχουν οι θερμοσίφωνες νέας τεχνολογίας, οι λεγόμενοι επιλεκτικοί ηλιακοί συλλέκτες, οι οποίοι ονομάζονται έτσι διότι απορροφούν και μετατρέπουν σε ζεστό νερό τουλάχιστον το 95% της ακτινοβολίας που δέχονται. Κοστίζουν 20% πιο ακριβά απ΄ ό,τι οι συμβατικοί και το όφελος για μια οικογένεια που θα εγκαταστήσει στην ταράτσα της έναν τέτοιο συλλέκτη ανέρχεται κατά μέσον όρο σε 200 ευρώ τον χρόνο, έναντι 100-120 ευρώ στην περίπτωση των πρώτων.
Και αυτό διότι σε συνθήκες χαμηλών θερμοκρασιών και περιορισμένης ηλιοφάνειας (π.χ. τον χειμώνα) έχουν μεγαλύτερη απόδοση και λιγότερες απώλειες έναντι ενός συμβατικού. Αν και καταλαμβάνουν μικρή επιφάνεια που δεν ξεπερνά τα 2 τετραγωνικά μέτρα έναντι 3- 4 τ.μ. των παλαιοτέρων, επιτυγχάνουν το ίδιο ή και καλύτερο αποτέλεσμα με αυτούς που η απόδοσή τους φτάνει τις 700 kWh ανά τ.μ., όταν τα μοντέλα της δεκαετίας του ΄90 δεν πετύχαιναν παρά 400 kWh ανά τ.μ. Χάρη στους σύγχρονης τεχνολογίας συλλέκτες τους έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ζωής (20 χρόνια κατά μέσον όρο έναντι 10 των παλαιοτέρων), ενώ παρέχουν αντιπαγετική προστασία κάτι που επίσης δεν διέθεταν οι παλαιοί.

Όσο για το κόστος τους, ένα σύστημα των 150 λίτρων που καλύπτει τις ανάγκες μιας τετραμελούς οικογένειας κοστίζει γύρω στα 1.200 ευρώ, έναντι 1.000 ευρώ κατά μέσον όρο ενός συμβατικού μοντέλου. Καλύπτουν έκταση 3,5 εκατ. τετρ.
Στην παγκόσμια κατάταξη που δείχνει τα τετραγωνικά μέτρα που καλύπτουν οι ηλιακοί συλλέκτες ανά 1.000 κατοίκους, η Ελλάδα έρχεται τρίτη μαζί με την Αυστρία (256 τ.μ.), η Κύπρος πρώτη (616 τ.μ.) και το Ισραήλ δεύτερο (580 τ.μ.). Τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, το ενάμιση εκατομμύριο ηλιακών θερμοσιφώνων που διαθέτουμε καλύπτει μια έκταση 3,5 εκατομμυρίων τετραγωνικών μέτρων, όσο δηλαδή 90 περίπου γήπεδα ποδοσφαίρου μαζί. Ανάμεσα στις χώρες με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη είναι η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία και η Αυστρία, όπου η αγορά πώλησης ηλιακών θερμοσιφώνων έχει ρυθμό ανάπτυξης 30% κάθε χρόνο. Η εντυπωσιακή ανάπτυξη στις χώρες αυτές οφείλεται στην πολιτική βούληση που επιδεικνύουν οι κυβερνήσεις τους, η οποία μετατρέπεται είτε σε ισχυρά οικονομικά κίνητρα, όπως φοροαπαλλαγή του 100% της αξίας αγοράς, έναντι μόνο 20% στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε σε υποχρεωτική εγκατάσταση στις ταράτσες κάθε καινούργιου κτιρίου (δημόσια και ιδιωτικά) ηλιακού συλλέκτη.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: Γιώργος Φιντικάκης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009